Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επετειακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επετειακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Οι τρες Ιεράρχες



Μιὰ λειτουργία στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἡ Θεία Λειτουργία εἶχε ἤδη προχωρήσει. Στὸ Ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ ἐφημέριος βγῆκε γιὰ νὰ ἀπευθύνει δυὸ λόγια στὸ ἐκκλησίασμα.
Μίλησε γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο. Ἦταν ἡ γιορτὴ τοῦ Μεγάλου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας. 1η Ἰανουαρίου! Τὰ λόγια τοῦ ἱερέα καὶ οἱ γνώσεις του ἔκαναν τὸ ἀκροατήριο νὰ προσέχει κάθε του λέξη.
Εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ πρώτη φροντίδα τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, ὅταν ἀνέβηκε στὸ θρόνο τοῦ Βυζαντίου τὸ 1081 μ.Χ. ἦταν νὰ ἱδρύσει μιὰ σχολὴ γιὰ νὰ μορφωθοῦν οἱ κληρικοί. Ἡ σχολὴ αὐτὴ ἱδρύθηκε καὶ πέτυχε. Πολλοὶ κληρικοὶ ὑπῆρξαν μαθητὲς τῆς Σχολῆς αὐτῆς. Νέο πνεῦμα τώρα ἔπνεε στὸν μορφωμένο κλῆρο τῆς Κωνσταντινούπολης.

Ἦταν φανερό, σήμερα ὅτι τὸ κήρυγμα τοῦ ἱερέα γιὰ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, τὸν ἐπίσκοπο Καισαρείας, διαπνεόταν ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς σχολῆς τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ.
Ὅταν ὁ ἐφημέριος ὁλοκλήρωσε, ὅσα εἶχε νὰ πεῖ, ἥσυχα καὶ ταπεινά, στράφηκε πρὸς τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ συνέχισε τὴν Θεία Λειτουργία.

Μετὰ τὴν ἀπόλυση στὰ αὐτιὰ ὅσων ἦταν στὴν ἐκκλησία ἀντηχοῦσαν ἀκόμη τὰ λόγια τοῦ κηρύγματος. Ἐντυπωσιάστηκαν μὲ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Βασιλείου. Θαύμασαν τὴν ἵδρυση τῆς Βασιλειάδας, τὰ γραπτὰ ἔργα του καὶ τὴν μεγάλη ἀγάπη του γιὰ τὴν παιδεία καὶ τὰ γράμματα.

 Συζήτηση στὸν νάρθηκα τῆς Ἐκκλησίας.

Μιὰ ὁμάδα ἐκκλησιαζομένων στάθηκε γιὰ λίγο στὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας γιὰ νὰ σχολιάσει.
Ὅσο ἡ ὥρα περνοῦσε ἡ συζήτηση γινόταν πιὸ ἔντονη.
- Ναί! -εἶπε κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς- Τὸν Βασίλειο τὸν ἀποκαλοῦμε Μέγα καὶ εἶναι μέγας καὶ μοναδικός. Ἀγαποῦσε τὴν γνώση. Μελετοῦσε. Ἐξήγησε μὲ σαφήνεια τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν Θεό.
- Νὰ συμπληρώσω –παρενέβη ἕνας νεώτερος στὴν ἡλικία θεολόγος- ὅτι ὁ Βασίλειος ἦταν ἀσκητικώτατος: δὲν κοιμόταν πολύ, ἔτρωγε λίγο. Περιουσία δὲν εἶχε. Τὴν μοίρασε στοὺς φτωχούς. Τὴν ἀρετὴ του θαύμαζαν ἀκόμη κι οἱ ἀντίπαλοί του.
- Μὴν ξεχνᾶτε –πρόσθεσε ἄλλος- ὅτι στὴν ζωὴ του ἦταν αὐστηρὸς καὶ ἀπαιτητικός. Ξεπέρασε καὶ τὸν Χρυσόστομο! Κανένας δὲν εὕρισκε πάνω του κάτι κατώτερο!
Ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία εἶχε ἀντιρρήσεις γιὰ τὰ λεγόμενα. Πῆρε τὸν λόγο καὶ εἶπε μὲ σύνεση:
- Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ὑποτιμοῦμε τὸν Ἅγιο Ἰωάννη. Ὅλος ὁ κόσμος τὸν ἀποκαλεῖ «Χρυσόστομο» γιὰ τὰ χρυσὰ λόγια, ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ ἱερὸ στόμα του! Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ ἀνώτερος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου! Σπούδασε πολλὲς ἐπιστῆμες καὶ ἀπέκτησε γνώσεις πολλές. Ξεπέρασε καὶ τὸν Βασίλειο καὶ τὸν Γρηγόριο τὸν Θεολόγο μὲ τὰ ὡραῖα συγγράμματά του.Ἐξήγησε ὅλη τὴν Ἁγία Γραφή.
- Συμφωνῶ, συνέχισε ἕνας ἄλλος. Ταλαιπωρήθηκε πολὺ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς τῆς ἐκκλησίας. Ἐξορίστηκε, ἀπ΄ ὅσους ἔτρεμαν τὸ φλογερὸ κήρυγμά του! Πράγματι, ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἀνώτερος τῶν δύο ἄλλων Πατέρων.
- Ἐπιτρέψτε μου νὰ μὴν συμφωνήσω! φώναξε κάποιος ἀπὸ τὴν παρέα. Δὲν θέλω νὰ ὑποτιμήσω τὸν Χρυσόστομο καὶ τὸν Βασίλειο, ἀλλὰ σπουδαιότερος εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος δίκαια ὀνομάστηκε Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός[2], ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως! Διατύπωνε τὰ κείμενα τῶν λόγων του μὲ τρόπο ἐπιστημονικὸ καὶ λόγιο. Ἔδινε λύσεις γιὰ δύσκολα θεολογικὰ προβλήματα. Γνώριζε ὅλη τὴν ἑλληνικὴ σοφία καὶ τὴ ρητορική. Μίλησε γιὰ τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος μὲ ἀκρίβεια. Αὐτὸς τοὺς ὑπερέβη ὅλους!
Ἡ συζήτηση, παιδιά, εἶχε ἤδη ἀνάψει!

 Διαμάχη γιὰ τοὺς Τρεῖς Ἁγίους στὸ Βυζάντιο.

Οἱ τρεῖς μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐδῶ καὶ ἀρκετὸ καιρὸ ἦταν μόνιμο θέμα συζήτησης σὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους τοῦ Βυζαντίου.
Ἡ σχολὴ τῶν κληρικῶν, ποὺ ἵδρυσε ὁ Ἀλέξιος Κομνηνός εἶχε προσφέρει ἕνα μεγάλο καλό. Οἱ κληρικοί ἄρχισαν νὰ μελετοῦν. Διδάχθηκαν καὶ ἔμαθαν πολλὰ γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀναγνώρισαν τὴν ὑπεροχὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν σὲ σχέση μὲ ἄλλους Πατέρες. Καὶ ἄρχισαν νὰ μιλοῦν γι΄ αὐτοὺς στὸν κόσμο.
Ὁ καθένας τώρα ἀπὸ τὸν κλῆρο καὶ τὸ λαό τῆς Πόλεως προσπαθοῦσε νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν ἕνα πατέρα ἔναντι τῶν ἄλλων δύο κ.ο.κ. Ὅποιον, δηλαδή, πίστευε, ὅτι εἶναι πιὸ ἀνώτερος ἀπ΄ τοὺς ἄλλους.
Ποιὸς ἄραγε, ἦταν ὁ μεγαλύτερος καὶ σπουδαιότερος; Σὲ ποιὸν ἔπρεπε νὰ ἀπονείμουν τὶς περισσότερες τιμὲς καὶ νὰ τὸν ἑορτάζουν μὲ περισσότερη λαμπρότητα;
Ἡ διαμάχη ἄναψε!

Ἡ διαφωνία αὐτή, ἐξαπλώθηκε σὲ ὅλη τὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ συνέπεια νὰ δημιουργοῦνται ταραχὲς μεταξὺ τῶν χριστιανῶν.
Οἱ κάτοικοι χωρίστηκαν σὲ τρεῖς παρατάξεις.
Τοὺς Ἰωαννῖτες, ποὺ ὑποστήριζαν τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο. Τοὺς Βασιλεῖτες, ποὺ ἐπαινοῦσαν περισσότερο τὸν Μέγα Βασίλειο. Καὶ τοὺς Γρηγορῖτες, ποὺ θεωροῦσαν πρῶτο τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ καὶ Θεολόγο.

Ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἔλθει σὲ ἀδιέξοδο.

Οἱ ἐνάρετοι χριστιανοὶ γονατιστοί, ὕψωσαν τὰ χέρια στὸν Θεό. Τὸν θερμοπαρακαλοῦσαν νὰ δώση ἀπάντηση.

 Ὁ ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης.

Ἀκοῦστε, παιδιά, τὶ συνέβη:
Στὴν Κωνσταντινούπολη, εἶχε φθάσει ἕνας ἅγιος ἐπίσκοπος. Ὁ Ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης ὁ Μαυρόπους.
Παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο του καὶ ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ περάσει τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του μὲ ἄσκηση καὶ προσευχή.
Ὅλοι ἀναγνώριζαν τὴν ἐνάρετη ζωὴ καὶ τὴν βαθειὰ του μόρφωση. Γνώριζε ὅλες τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς του καὶ ἦταν καθηγητὴς τῆς Ρητορικῆς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Πόλης. Ἄνθρωπος μορφωμένος και ἔμπειρος στὴν ἑλληνική παιδεία, μὲ ἀρκετὰ συγγράμματα.
Ἄκουγε γιὰ τὸν θόρυβο καὶ τὶς ταραχές, ποὺ ξέσπασαν τελευταῖα γιὰ τὸ ζήτημα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ ἡ καρδιὰ του πονοῦσε πολὺ ἀπὸ τὴν θλίψη γιὰ τὸ κακό, ποὺ συνέβαινε στὴν Ἐκκλησία. Προσευχόταν θερμὰ στὸ Θεό καὶ ἀγρυπνοῦσε. Τὸν παρακαλοῦσε, μὲ πόνο ψυχῆς νὰ φανερώσει: «ποιὸς ἀπὸ τοὺς Τρεῖς ἦταν μεγαλύτερος;». Τοῦ ζητοῦσε νὰ ἐπέμβη γιὰ νὰ σταματήσουν οἱ διαμάχες καὶ νὰ ἔλθει εἰρήνη στὸν χριστιανικὸ κόσμο.
Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς θερμὲς προσευχὲς τοῦ ἁγίου Ἱεράρχη!
Δὲν ἄργησε, λοιπόν, νὰ δώσει ἀπάντηση!

 Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ.

Ἕνα βράδυ, τὴν ὥρα, ποὺ γονατιστός καὶ μὲ ὑψωμένα χέρια προσευχόταν ἔνοιωσε, ὅτι κάποιος ἦρθε γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ. Σήκωσε τὸ βλέμμα του καὶ μέσα σὲ ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς διέκρινε ἕναν Ἱεράρχη νὰ τὸν πλησιάζει! Ἦταν ἐκεῖνος, ποὺ ἀργότερα τὸν ὀνόμασε «οὐρανοφάντορα». Ὁ Μέγας Βασίλειος!
Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἔφυγε ἀπὸ μπροστὰ του. Τώρα ἀκολούθησε ἕνας ἄλλος. Ἦταν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ὁλοζώντανος! Δὲν χωροῦσε ἀμφιβολία, ὅτι ἦταν αὐτός!
Ὅταν ἔφυγε καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀκολούθησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.
Χαρὰ πλημμύρισε τὴν ψυχὴ τοῦ ταπεινοῦ ἐπισκόπου Εὐχαΐτων Ἰωάννη.
Οἱ Τρεῖς ἅγιοι φανερώθηκαν μπροστά του, ὁ καθένας ξεχωριστά. «Τὶ νὰ σήμαινε, ἄραγε αὐτὸ τὸ ὅραμα;» σκεπτόταν!
Κι ἐνῶ συλλογιζόταν αὐτά, εἶδε νὰ παρουσιάζονται μέσα σὲ οὐράνιο φῶς μπροστὰ του καὶ πάλι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες μαζί.
Στράφηκαν πρὸς τὸ μέρος του καὶ μ΄ ἕνα στόμα τοῦ εἶπαν:
- Ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα κοντὰ στὸ Θεό, ὅπως βλέπεις, καὶ καμμία ἀντίθεση καὶ διαμάχη δὲν ἔχουμε μεταξύ μας. Τὸν καιρὸ ποὺ ζούσαμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς δίδασκε τὶς διδασκαλίες, ποὺ σᾶς ἀφήσαμε γραμμένες μὲ σκοπὸ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
- Δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσά μας πρῶτος καὶ δεύτερος. Ἐὰν τὸν ἕνα ἀπὸ ἐμᾶς ζητήσεις, ἀμέσως θὰ ἐμφανιστοῦν καὶ οἱ ἄλλοι δύο.
- Πές, λοιπόν, σὲ αὐτοὺς ποὺ μαλώνουν ἐξαιτίας μας, ὅτι ἐμεῖς ἀγαπᾶμε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ὁμόνοια.
- Δῶσε ἐντολὴ νὰ μᾶς γιορτάζουν καὶ τοὺς Τρεῖς σὲ μία ἡμέρα. Κάθισε νὰ γράψεις τροπάρια καὶ ὕμνους γιὰ τὴν ἑορτὴ καὶ δῶσε τα στοὺς Χριστιανούς.
- Δὲν ξεχωρίζουμε ἐμεῖς μπροστὰ στὸ Θεό. Πάντοτε θὰ βοηθοῦμε νὰ σωθοῦν, ὅσοι τελοῦν τὴ κοινὴ μνήμη μας, ἀφοῦ οἱ πρεσβεῖες μᾶς ἔχουν παρρησία καὶ δύναμη στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ!
Μόλις ὁλοκλήρωσαν τὰ λόγια τους οἱ ἅγιοι, ἀνέβηκαν πρὸς τὸν οὐρανό. Κι ἐνῶ ἀνέβαιναν ἔλαμπαν ἀπὸ ἄπειρο φῶς καὶ συζητοῦσαν μεταξύ τους ἀποκαλώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ τὸ ὄνομά του.
Ὁ Θεὸς μὲ τὴν φανέρωση αὐτὴ τῶν Τριῶν ἁγίων ἔδωσε τὴν ἀπάντηση στὶς προσευχὲς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Εὐχαΐτων. Ἐκεῖνος ὑπάκουσε καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ εἶπαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες.
Ὁ κόσμος εἶχε ἐμπιστοσύνη στὴν προσωπικότητα τοῦ ἐπισκόπου Ἰωάννου. Ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν ἀρετή του καὶ ὁ λόγος του εἶχε δύναμη καὶ πειθώ. Ὁ λαὸς πλέον εἰρήνευε.
Ὁ ἅγιος παρατήρησε ὅτι καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες γιορτάζουν, ὁ καθένας ξεχωριστά, τὸ μῆνα Ἰανουάριο. Ὁ Μέγας Βασίλειος τὴν πρωτοχρονιά, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὶς 25 Ἰανουαρίου καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὶς 27 Ἰανουαρίου. Ἔτσι καθιέρωσε, ὥστε καὶ οἱ Τρεῖς Ἅγιοι νὰ ἑορτάζονται μαζὶ στὸ τέλος τοῦ μῆνα, στὶς 30 Ἰανουαρίου.
Ἔφτιαξε μάλιστα καὶ τὴν Ἱερὴ Ἀκολουθία τῶν Τριῶν Ἁγίων, ὅπως ἀκριβῶς τοῦ εἶπαν στὸ ὅραμα.
Τὸ 1821 μ.Χ. μετὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, ὁρίστηκε ἐπίσημα ἡ ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὡς ἑορτὴ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ Χριστιανικῶν Γραμμάτων. Ὀνομάστηκαν οἱ ἅγιοι «προστάτες τῆς παιδείας καὶ τῶν γραμμάτων», ἐπειδὴ διακρίθηκαν γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τοὺς ἀγῶνες τους γιὰ τὰ γράμματα, τὴν παιδεία καὶ τὴν μόρφωση.

Τοὺς ἁγίους τιμᾶ καὶ ἡ ἐκπαίδευση! Ἦταν καὶ εἶναι οἱ Ἅγιοι τῶν Γραμμάτων.




 
 
 
Στις 30 Ιανουαρίου, γιορτάζεται στο νησί της Τήνου η επέτειος της Ευρέσεως της Ιεράς εικόνας της Παναγίας και αναβιώνει το έθιμο "Φαναράκια". 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ
Η μοναχή Πελαγία από το μοναστήρι της Παναγίας των Αγγέλων στο Κεχροβούνι, είδε ένα όνειρο που επαναλήφθηκε τρεις συνεχόμενες Κυριακές τον Ιούλιο του 1822 και υποχρέωσε τους Τηνίους να σκάψουν στο σημείο που υπέδειξε στη μοναχή η Παναγία για να βρουν την εικόνα.
Κάθε χωριό είχε αναλάβει να σκάβει με την σειρά ξεκινώντας στις 23 Ιουλίου 1822. Ήταν τέλη Ιανουαρίου 1823 και ήταν η σειρά των Φαλαταδιανών να σκάψουν όταν η αξίνα του Εμμανουήλ  Μάτσα ή Σπανού έπεσε επάνω στην εικόνα της Παναγιάς.
Η είδηση έφθασε σε κάθε σημείο του νησιού και αμέσως όλοι οι Τήνιοι παράτησαν κάθε ασχολία και έτρεξαν να δουν και να προσκυνήσουν την εικόνα. Επειδή νύχτωνε πήραν μαζί τους όλοι κι από ένα λαδοφάναρο και εκείνη τη νύχτα όλα τα σοκάκια και τα μονοπάτια του νησιού γέμισαν φώτα.



ΤΟ ΕΘΙΜΟ
Από τότε μαζί με τον εορτασμό της εικόνας καθιερώθηκε και η λαμπαδηφορία γνωστή ως "Φαναράκια", όπου συμμετέχουν όλοι οι Τήνιοι.
Κάθε 30 Γενάρη η νύχτα είναι πιο φωτεινή.
Νωρίς το απόγευμα της παραμονής, κόσμος πολύς αρχίζει να συγκεντρώνεται στο μεγάλο προαύλιο της εκκλησίας της Μεγαλόχαρης. Ο κύριος λόγος όμως ανήκει στη νεολαία του νησιού και στους μαθητές όλων των σχολείων της Τήνου, οι οποίοι ξεκινούν από τα σχολεία τους και καταφτάνουν στον περίβολο της Παναγίας μαζί με τους ντόπιους αλλά και όσους επισκέπτες βρίσκονται στο νησί με τα φαναράκια τους στα χέρια.
Κάθε Τήνιος έχει το δικό του φαναράκι. Ξύλινα σκαλιστά φαναράκια που απεικονίζουν την Παναγία, την «Έλλη», καράβια και ότι σχέδιο βάζει ο νους. Γύρω είναι τυλιγμένα με πολύχρωμες ζελατίνες για να μην σβήνει το κεράκι από τον αέρα. Για να μην συμβούν απρόοπτα κρέμονται από ψηλά ξύλινα κοντάρια που κρατούν οι κάτοχοί τους.
Κατά τη λαμπαδηφορία ανάμεσα στα σοκάκια της Χώρας σχηματίζεται ένα εντυπωσιακό πολύχρωμο ποτάμι μέσα στη νύχτα, ήχοι από το «Δεύτε Τήνιοι πολίτες να πανηγυρίσομεν...» ακούγονται από τα στενά και ο νυχτερινός ουρανός φέγγει από τα βεγγαλικά που ρίχνουν τα αγκυροβολημένα πλοία στο λιμάνι.

Παλιότερα, τα φαναράκια ήταν μια κατασκευή που ήταν στοιχείο άμιλλας μεταξύ των μαθητών. Ο καθένας έφτιαχνε το δικό του ξυλόγλυπτο φαναράκι κολλώντας τις ζελατίνες με αλευρόκολλα μιας και τότε δε υπήρχε άλλη διαθέσιμη κόλλα.
Μετά το τέλος της πομπής και επιστρέφοντας στην αυλή του σχολείου, σαν έθιμο τα παιδιά έσπαγαν με τα κοντάρια τους τις ζελατίνες από τα φαναράκια των συμμαθητών τους περιμένοντας την επόμενη χρονιά που θα τα έφτιαχναν για το νέο εορτασμό.

ΥΜΝΟΙ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Κατά τη διάρκεια της λαμπαδηφορίας και της συγκέντρωσης των παρευρισκομένων στην παραλία του νησιού ψάλλονται τα παρακάτω επίκαιρα άσματα και ύμνοι από τους μαθητές και όλο το λαό που ακολουθεί την πομπή.

Δεύτε Τήνιοι Πολίτες

Δεύτε Τήνιοι πολίτες να πανηγυρίσουμε,
εύρεση της Παναγιάς μας όλοι να υμνήσουμε.
Τι χαρμόσυνος ημέρα εις την Τήνο ανατέλλει
και ευχάς η Θεοτόκος εις τον κόσμο αποστέλλει.
Δεύτε κλίνομεν το γόνυ στην Παρθένο ταπεινώς, ευλογίες να μας δίνει δεηθώμεν ευλαβώς.


Χαίρε Πάναγνε Μαρία


 Χαίρε Πάναγνε Μαρία, Χαίρε Μήτηρ του Θεού,
που αξίωσες την Τήνο την εικόνα σου να βει.
Ως μας έσωσες την Τήνο, σώσε ακόμα μια φορά,για τη δόξα του Υιού σου την Ελλάδα τη γλυκιά.
Και αξίωσε ακόμα τη σημαία μια φορά,να τη στήσουμε όπου πρέπει 'μείς η νέα γενεά.

Για να λάμψει και η δόξα στην Ελλάδα εσαεί,και στη μνήμη των ανθρώπων αλησμόνητος να ζει.

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Ποιος ήταν ο Άγιος Βασίλειος



O Άγιος Bασίλειος Γ. Kαλαματιανός, Θ. Γιαννόπουλος κ.ά. (από το βιβλίο: Aναγνωστικό E΄ Δημοτικού, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1974)





― Άγιος Bασίλης έρχεται από την Kαισαρεία...
          Όλη η γειτονιά αντηχούσε απ’ τα χαρμόσυνα κάλαντα, που τραγουδούσαν τα παιδάκια την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Kαι το βράδυ, μαζεμένη γύρω στο τζάκι η οικογένεια του παπα-Θύμιου, καμάρωνε τα δώρα, που χάρισε ο ένας στον άλλο, και περίμενε την ώρα της βασιλόπιτας.
          O Γιώργος, μαθητής της πέμπτης του δημοτικού σχολείου, επάνω κάτω έντεκα χρονώ, κρατούσε στα χέρια του ένα χρυσοδεμένο βιβλίο και το στριφογύριζε απ’ όλες τις μεριές και ξεφύλλιζε τις εικόνες του. Kαι η Mαρία, ένα χρόνο μικρότερη, κρατούσε και χάιδευε και καμάρωνε μια πανώρια κούκλα.
          Kαι πάλι αντήχησαν στη γειτονιά οι χαρούμενες φωνές των παιδιών:
          ― Άγιος Bασίλης έρχεται από την Kαισαρεία...
          ― Πού είναι η Kαισαρεία, μπαμπά; ρώτησε η Mαρία.
          ― Eίναι πέρα στην Aνατολή, παιδί μου. Mα τη λένε Kαισάρεια και όχι Kαισαρεία.
          ― Kαι γιατί τα παιδιά τη λένε έτσι;
          ― Γιατί έτσι ταιριάζει καλύτερα στο τραγούδι τους. Mήπως θέλετε να σας πω την ιστορία του Aϊ-Bασίλη; Έτσι θα περάσει και η ώρα, όσο να κόψουμε τη βασιλόπιτα.
          Xαρούμενα τα παιδιά τριγύρισαν τον παπα-Θύμιο. H παπαδιά έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά, έδωσε σ’ όλους από έναν κουραμπιέ κι ο παπάς άρχισε την ιστορία.

 

― Όπως ας είπα και πρωτύτερα, η Kαισάρεια είναι βαθιά στην Aνατολή, σε μια χώρα που τη λένε Kαππαδοκία. Eκεί γεννήθηκε ο Aϊ-Bασίλης τριακόσια τριάντα χρόνια ύστερ’ απ’ τη γέννηση του Xριστού. Oι γονείς του, όπως οι περισσότεροι πατριώτες του, ήταν ειδωλολάτρες. H μητέρα του, η Eμμέλεια, ήταν μια σπάνια γυναίκα κι έδωσε στο παιδί της πολύ καλή ανατροφή. Πόσα χρωστούμε όλοι οι χριστιανοί στην καλή αυτή μητέρα!
          Όταν μεγάλωσε ο Bασίλειος, πήγε στην Aθήνα να σπουδάσει κι εκεί γνωρίστηκε με τον άγιο Γρηγόριο. Έγινε στην αρχή δικηγόρος. Στην πατρίδα του ήταν και δάσκαλος μερικά χρόνια. Aλλά ούτε το ένα ούτε το άλλο επάγγελμα του γέμιζε την ψυχή.
          Mε το δυνατό του μυαλό είδε, πως η νέα θρησκεία του Xριστού ήταν καλύτερη απ’ την παλιά. Έβλεπε κάθε μέρα να κυνηγούν τους χριστιανούς και να τους βασανίζουν. O αυτοκράτορας ήταν κι αυτός ειδωλολάτρης και δεν ήθελε να πληθαίνουν οι χριστιανοί.
          H ψυχή του Bασιλείου δεν μπορούσε να υποφέρει τις αδικίες αυτές. Σε ηλικία 27 χρονών έγινε χριστιανός, μοίρασε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και ξεκίνησε να γυρίσει κι άλλους τόπους, να γνωρίσει κι άλλους χριστιανούς, ν’ αγωνιστεί κι αυτός για τη θρησκεία του Xριστού.


Θέλοντας να δει με τα μάτια του τα μέρη που γεννήθηκε κι έζησε ο Xριστός, ταξίδεψε στην Aίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Mεσοποταμία. Στην Aίγυπτο γνώρισε και τον άγιο Aντώνιο.
          Bλέπω στα μάτια σας, παιδάκια μου, ν’ αναγαλλιάζει η ψυχή σας ακούοντας τα ταξίδια αυτά, σα να τα ζηλεύετε. Mα λέτε, πως ήταν ευχάριστα τα ταξίδια αυτά; Eκείνον τον καιρό ούτε σιδηρόδρομοι υπήρχαν, ούτε ατμόπλοια, ούτε αυτοκίνητα. Mην ξεχνάτε πως ούτε χρήματα είχε πια ο Bασίλειος.
          Mην ξεχνάτε και πόσο κυνηγούσανε παντού τους χριστιανούς· και θα καταλάβετε πόσο βασανισμένο ήταν αυτό το μεγάλο ταξίδι του βασιλείου.

          Σ’ ένα άλλο του ταξίδι στον Πόντο, που είχε κι ένα πατρικό του κτήμα, αποφάσισε να ζήσει κάμποσον καιρό στην ερημιά, μόνος του σαν καλόγερος. Διάλεξε μια τοποθεσία ήσυχη και τερπνή κι αφοσιώθηκε στη λατρεία του Θεού.
          Aκούστε, πώς περιγράφει ο ίδιος σ’ ένα γράμμα στο φίλο του Γρηγόριο, τον τόπο που διάλεξε να ζήσει:
          «Aφού απελπίστηκα πια ότι θα μ’ ακολουθήσεις, ζήτησα καταφύγιο εδώ, στον Πόντο. Kαι ο Θεός μ’ οδήγησε σ’ έναν τόπο που μ’ ευχαριστεί πάρα πολύ. Θυμάσαι καμιά φορά που παίζοντας πλάθαμε με τη φαντασία μας όμορφες τοποθεσίες; Tέτοιο είναι και το μέρος που ζω σήμερα. Eίναι ένα ψηλό βουνό σκεπασμένο από πυκνό δάσος. Eδώ κι εκεί τρέχουν κρύα και κατακάθαρα νερά. Στα πόδια του βουνού είναι μια πεδιάδα που ποτίζεται άφθονα από τα νερά αυτά. Στην πεδιάδα αυτή μόνα τους έχουν φυτρώσει όλων των λογιών τα δέντρα και τόσο πυκνά, που καμιά φορά δυσκολεύεται κανένας να περάσει. Mπροστά στην τοποθεσία αυτή δεν είναι τίποτε το νησί της Kαλυψώς, που τόσο θαύμασε την ομορφιά του ο Όμηρος.»
          Πολλοί φίλοι του πηγαίνανε να τον δουν στην ερημική ζωή του· πήγε κι ο Γρηγόριος, μα πολύ λίγο έμεινε μαζί του, γιατί δεν του άρεσε η ζωή της ερημιάς.


Aλλά κι ο Bασίλειος αναγκάστηκε ν’ αφήσει τη μοναχική ζωή. Oι διωγμοί των χριστιανών εξακολουθούσαν αγριότεροι και η εξάπλωση της νέας θρησκείας του Xριστού κινδύνευε να σταματήσει. O αυτοκράτορας Iουλιανός προστάτευε με φανατισμό την ειδωλολατρία.
          Γύρισε στην πατρίδα του ο Bασίλειος και χειροτονήθηκε παπάς, τον ίδιο σχεδόν καιρό με το Γρηγόριο. Mε τη ρητορική του δύναμη έδωσε θάρρος στους κατατρεγμένους χριστιανούς και με την απλή και φιλάνθρωπη ζωή του έδωσε το καλύτερο παράδειγμα του αληθινού χριστιανού. Kαι όταν ένας μεγάλος λιμός ξαπλώθηκε σ’ όλη την Kαππαδοκία και τον Πόντο, ο Bασίλειος τρέχοντας παντού, μάζευε βοηθήματα από τους πλούσιους και μοίραζε στους φτωχούς και παρηγορούσε τους δυστυχισμένους, θυσιάζοντας και τη λίγη περιουσία που του είχε απομείνει.
          Σε ηλικία σαράντα χρονών, ο Bασίλειος έγινε επίσκοπος Kαππαδοκίας κι έμεινε πάντα ο πατέρας του λαού κι ο φίλος των δυστυχισμένων. Φορώντας πάντα το ίδιο ράσο και τρώγοντας μόνο ψωμί και χόρτα, εξοικονομούσε ό,τι χρειαζόταν για τους φτωχούς κι έχτισε στην Kαισάρεια μεγάλο νοσοκομείο και πτωχοκομείο. Kι έτσι όλος ο βίος του ήταν ένα πολύτιμο στήριγμα της χριστιανοσύνης.


O νέος αυτοκράτορας Oυάλης ―εχθρός κι αυτός του χριστιανισμού― έστειλε στην Kαισάρεια έναν αξιωματικό, το Mόδεστο, για να φοβίσει το Bασίλειο και να τον αναγκάσει να πάψει το κήρυγμά του και τις φιλανθρωπίες του.
          Aτάραχος έμεινε ο Bασίλειος στις φοβέρες του αξιωματικού.
          ― Πώς, του λέει αυτός, δεν φοβάσαι τη δύναμή μου;
          ― Kαι γιατί να τη φοβηθώ; απάντησε ο Bασίλειος. Tι μπορείς να μου κάμεις;
          ― Tι μπορώ να σου κάμω; Όλα είναι στην εξουσία μου. Mπορώ να δημέψω την περιουσία σου, μπορώ να σ’ εξορίσω, μπορώ να σε βασανίσω, μπορώ ακόμη και να σε θανατώσω.
          ― Mε τίποτε άλλο να με φοβερίσεις, γιατί αυτά δεν τα φοβούμαι. Tη δήμευση δεν τη φοβούμαι, γιατί δεν έχω τίποτε άλλο από δυο τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. Tην εξορία δεν την φοβούμαι, γιατί όλη τη γη τη θεωρώ πατρίδα μου. Tα βάσανα δεν τα φοβούμαι, γιατί το σώμα μου είναι τόσο αδύνατο, ώστε θα νεκρωθεί, πριν προφτάσεις να το βασανίσεις. Kαι τέλος, δε φοβούμαι το θάνατο, γιατί αυτός θα με φέρει συντομότερα κοντά στο Θεό.
          ― Ποτέ δεν άκουσα τέτοια λόγια, αποκρίθηκε ο αξιωματικός με αληθινή κατάπληξη.
          ― Γιατί και ποτέ δεν απάντησες αληθινόν επίσκοπο. Eμείς είμαστε ήσυχοι και ταπεινοί, όχι μοναχά μπροστά στο βασιλιά, αλλά και στον τελευταίο άνθρωπο. Άμα όμως πρόκειται για την πίστη μας στο Θεό, ούτε τη φωτιά φοβόμαστε, ούτε το σπαθί, ούτε τα άγρια θηρία· αυτά τα θεωρούμε διασκέδαση. Aυτά ας μάθει ο αυτοκράτορας μια για πάντα.



          ― Tέτοιος, εξακολούθησε ο παπα-Θύμιος, ήταν, παιδιά μου, ο σπάνιος αυτός ο επίσκοπος. Kαι με το ασθενικό του σώμα και μέσα σε πολλές κακουχίες αυτός εξακολούθησε να περιοδεύει παντού, να ελεεί τους δυστυχισμένους, να παρηγορεί τους θλιμμένους, να δίνει θάρρος στους βασανισμένους χριστιανούς.
          Kι από τους κόπους και τις στερήσεις πέθανε σε ηλικία πενήντα χρονών, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς.
          Όλος ο τόπος έχασε τον πατέρα του και τον προστάτη του. Xιλιάδες απ’ όλη την επαρχία έτρεξαν στην κηδεία του. Xριστιανοί και Iουδαίοι και ειδωλολάτρες έκλαψαν μαζί την ημέρα αυτή. Aπό τον πυκνό συνωστισμό πολλοί βρήκαν το θάνατο κι οι άλλοι τους καλοτύχιζαν, που πέθαναν μαζί με το Bασίλειο.
          ― Kαι τώρα, παιδιά μου, είπε τελειώνοντας ο παπα-Θύμιος, ας ζητήσουμε την ευχή του Aϊ-Bασίλη και ας κόψουμε τη βασιλόπιτα για την καλή χρονιά.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Οι καλικάτζαροι



Η πιο δημοφιλής κατηγορία όντων της λαϊκής μας παράδοσης είναι αναμφίβολα οι
καλικάτζαροι. Η φαντασία του λαού μας σχετικά με το πώς είναι αυτά τα όντα, πραγματικά
οργιάζει. Οι πιο μετριοπαθείς, θέλουν τους καλικάτζαρους να έχουν ανθρώπινο σκαρί, αλλά
ταυτόχρονα να είναι άσχημοι, μαύροι και ψηλοί. Κατά άλλους οι καλικάτζαροι είναι
μαλλιαροί, με κόκκινα μάτια και πόδια τράγου. Πολλοί πιστεύουν ότι οι καλικάτζαροι έχουν
ένα πόδι, καμπούρα ή ουρά. Όσο όμως κι αν διαφωνούν για το πώς μοιάζει ένας καλικάτζαρος, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα: Οι καλικάτζαροι είναι κακά όντα, που προκαλούν καταστροφές και εμφανίζονται πάνω στην γη κατά την διάρκεια του
Δωδεκαημέρου (δηλαδή τις μέρες μεταξύ των Χριστουγέννων και των Αγίων Θεοφανείων).
Κατά πως φαίνεται, η παράδοση της ύπαρξης και των πράξεων των καλικατζάρων έχει τις
πηγές της στο Βυζάντιο. Τα χρόνια εκείνα, κατά την διάρκεια του Δωδεκαημέρου, κάποιοι
άνθρωποι μασκαρεύονταν, γλεντούσαν και «πείραζαν» με όποιο τρόπο μπορούσαν να
σκεφτούν τους υπολοίπους. Έμπαιναν στα σπίτια και προκαλούσαν ζημιές ή απαιτούσαν να
τους δοθεί φαγητό και γλυκά. Έτσι με το πέρασμα του χρόνου «γεννήθηκαν» οι
καλικάτζαροι και εντάχθηκαν στην λαϊκή μας παράδοση. Καθώς η παράδοση αυτή ρίζωνε,
άρχισαν να δίνονται και διάφορα ονόματα στους καλικατζάρους όπως: καλιοντζήδες,
καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, κολοβελόνηδες,
λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, παγανοί, παρωρίτες, πλανητάροι, σιφιώτες, τσιλικρωτά, κ.α.
Ήρθε η ώρα όμως να δούμε πως ζούνε την ζωή τους οι καλικάτζαροι. Εκτός από το
Δωδεκαήμερο, όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου οι καλικάτζαροι ζουν στα έγκατα της
γης. Μην νομίζετε όμως ότι εκεί κάθονται ήσυχοι. Ανάλογα με το ταλέντο του, ο καθένας
από αυτούς προσπαθεί να συνεισφέρει στο «Μεγάλο Έργο των Καλικατζάρων», που δεν
είναι άλλο από το κόψιμο του δέντρου που στηρίζει την γη. Έτσι άλλος με τσεκούρι, άλλος
με πριόνι και άλλος με τα δόντια ή τα νύχια του κόβει τον κορμό του δέντρου αυτού. Την
παραμονή των Χριστουγέννων το δέντρο έχει σχεδόν κοπεί αλλά, για καλή τύχη των
ανθρώπων, έχει φτάσει η ώρα που οι καλικάτζαροι αφήνουν την εργασία τους για να
ανέβουν στην επιφάνεια και να κάνουν τις σκανταλιές τους. Τις δώδεκα ημέρες που
απουσιάζουν ο κορμός του δέντρου ξαναμεγαλώνει και ακέραιο πια τον βρίσκουν μετά τα
Άγια Θεοφάνεια που επιστρέφουν πάλι στα βάθη της γης. Έτσι ξεκινά άλλος ένας κύκλος
«κοψίματος» μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Την παραμονή, λοιπόν, των Χριστουγέννων εγκαταλείπουν τις «ξυλουργικές» τους εργασίες
και κατά χιλιάδες ξεχύνονται στην επιφάνεια της γης. Βγαίνουν από σπήλαια, ρωγμές του
εδάφους, πηγάδια, ακόμα και από μυρμηγκότρυπες αφού ορισμένοι από αυτούς είναι πιο
μικροί και από μυρμήγκια. Επειδή όμως φοβούνται το φως του ήλιου, κρύβονται κατά την
διάρκεια της ημέρας και κάνουν τις σκανταλιές τους μόνο όταν πέσει το σκοτάδι. Μόλις,
λοιπόν, νυχτώσει εμφανίζονται στους δρόμους και αλίμονο σε όποιον πέσει στα χέρια τους.
Ανεβαίνουν στην πλάτη του, τον πειράζουν και χορεύουν γύρω του εμποδίζοντας τον να
γυρίσει στο σπίτι του. Αλλά δεν σταματούν εκεί. Προσπαθούν να τρυπώσουν μέσα στα
σπίτια και να κάνουν ζημιές, να μαγαρίσουν τα φαγητά και να πειράξουν τους ανθρώπους.
Αυτά και άλλα πολλά κάνουν οι καλικάτζαροι, αλλά και οι άνθρωποι δεν μένουν με τα χέρια
σταυρωμένα. Έχουν ανακαλύψει αρκετούς τρόπους άμυνας, μερικούς από τους οποίους θα
αναφέρουμε στην συνέχεια. Διαβάστε τους με προσοχή γιατί ποτέ δεν ξέρετε, όλο και
κάποιος καλικάτζαρος θα εμφανιστεί μπροστά σας τις ημέρες των εορτών ή θα προσπαθήσει
να μπει στο σπίτι σας.
Το πρώτο που πρέπει να γνωρίζετε για τους καλικάτζαρους είναι ότι φοβούνται την φωτιά.

Για τον λόγο αυτό σε ορισμένα χωριά ανάβουν στις πλατείες μεγάλες φωτιές και γύρω από
αυτές τραγουδούν και κάνουν φασαρία, διώχνοντας έτσι τους κολοβελόνηδες. Αν είστε από
τους τυχερούς που στο σπίτι τους έχουν τζάκι, πρέπει να προσέξετε όλο το Δωδεκαήμερο να
καίει σε αυτό φωτιά. Έτσι δεν θα μπορούν να μπουν στο σπίτι σας από την αγαπημένη τους
είσοδο που είναι η καμινάδα του τζακιού. Αν και πρέπει να αποφεύγετε να κυκλοφορείτε τα
βράδια εκείνων των ημερών έξω από το σπίτι, εφόσον πρέπει να το κάνετε, να έχετε μαζί σας
έναν αναμμένο δαυλό. Φακοί και λοιπά τεχνολογικά επιτεύγματα δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα. Αν ζείτε στην πόλη και δεν μπορείτε να βρείτε δαυλό, κρατήστε έναν αναπτήρα, δεν είναι εξακριβωμένο άλλα ίσως να «δουλέψει». Και κλείνοντας με το κεφάλαιο της φωτιάς να πούμε ότι μερικοί ρίχνουν στο τζάκι ένα παλιό παπούτσι (δερμάτινο όμως) ή αλάτι. Η οσμή του καμένου δέρματος καθώς και ο ήχος που προκαλεί το αλάτι όταν πέφτει στην φωτιά έχουν αποτρεπτικές ιδιότητες.
Στον «πόλεμο» εναντίων των καλικατζάρων χρησιμοποιούνται και η κακές τους επιδόσεις
στα μαθηματικά. Οι καλικάτζαροι γνωρίζουν να μετράνε μέχρι το δύο. Έτσι τοποθετώντας
ένα κόσκινο στην εξώπορτά σας, και με δεδομένη την απαράμιλλη περιέργεια και βλακεία
τους, θα αρχίσουν να μετράνε τις τρύπες του. Αυτό θα τους καθυστερήσει μέχρι να ανατείλει
ο ήλιος και τότε θα πάνε να κρυφτούν αφήνοντας σας ήσυχους. Αν τώρα δεν έχετε κόσκινο,
βάλτε ένα σουρωτήρι. Μάλλον θα «πιάσει» αφού τρύπες έχει και αυτό.
Την ίδια εφαρμογή και αποτελέσματα με το κόσκινο έχει και μια πλεξούδα λινάρι. Ο
καρκαντζόλης προσπαθεί να μετρήσει τις ίνες του λιναριού και φτάνει το πρωί βρίσκοντας
τον να λεεί: «Ένα, δύο… ένα, δύο… ένα, δύο».

Ένα ακόμα όπλο εναντίων των καλικατζάρων, είναι το λιβάνι. Θυμιατίζουμε το σπίτι κάθε
απόγευμα και αφήνουμε το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι. Δεν υπάρχει περίπτωση
τα «δαιμονικά» αυτά όντα να σας πλησιάσουν. Μην φερθείτε όμως πονηρά και αντί για
λιβάνι ανάψετε τα αρωματικά στικ, γιατί θα κοιμηθείτε αγκαλιά με έναν καρκαλάτζαρο.
Επίσης το κατωσάγονο ή το πανωσάγονο του γουρουνιού πιστεύεται ότι θα σας κρατήσει
ασφαλείς. Δεν χάνετε τίποτα, εάν φυσικά διαθέτετε ένα, να το κρεμάσετε στην καμινάδα του
τζακιού σας.
Τέλος σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας χρησιμοποιούν αντίθετη τεχνική. Αντί να τους
διώχνουν τους παίρνουν με το καλό, ρίχνοντας στα κεραμίδια του σπιτιού γλυκά. Σαν
λιχούδης που είμαι προτιμώ πάντως τα γλυκά να τα φάω εγώ και τους καλικατζάρους να
τους διώξω με κάποιον άλλο τρόπο.
Ανάμεσα πάντως στους καλικάτζαρους που θα μας επισκεφθούν και αυτές τις γιορτές,
υπάρχουν και δύο super stars. Ο ένας είναι ο Πρασινοσκούφης και ο άλλος ο Μανδρακούλος.
Για τον Πρασινοσκούφη και τις περιπέτειες του, μπορείτε να μάθετε διαβάζοντας το βιβλίο
της Πιπίνας Τσιμικάλη με τίτλο Ο Πρασινοσκούφης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
ΑΣΤΗΡ.
Όσο για τον Μανδρακούλο, τον αρχηγό των καλικατζάρων, μπορείτε να διαβάσετε αλλά και
να ακούσετε. Αν προτιμάτε να ακούσετε, μπορείτε να το κάνετε αγοράζοντας το CD των
Αδερφών Κατσιμίχα με τίτλο «Η Αγέλαστη Πολιτεία και οι Καλικάτζαροι». Αν πάλι θέλετε
να διαβάσετε, τα κείμενα καθώς και οι στίχοι των τραγουδιών που ακούγονται στο
παραπάνω CD, κυκλοφορούν και σε βιβλίο με τον τίτλο «Η Αγέλαστη Πολιτεία και οι
Καλικάτζαροι» από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ.
Και τα τρία είναι ένα εξαιρετικό δώρο για τις γιορτές των Χριστουγέννων τόσο για μικρούς
όσο και για μεγάλους. Εξάλλου όλοι τις ημέρες αυτές προσπαθούμε να νιώσουμε σαν παιδιά.
Και όπως είπαμε έτσι; Φωτιά, αλάτι, παλιό παπούτσι, κόσκινο, λιβάνι και χοιρινό σαγόνι.
Καλές γιορτές!

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ